Μένουμε Σπίτι
και επισκεπτόμαστε Μουσεία ψηφιακά

Στο πλαίσιο του παγκόσμιου συνθήματος #μένουμεσπίτι, ο Πολιτιστικός Οργανισμός Culture4All – Πολιτισμός για Όλους βρήκε για σας όλα τα μουσεία του κόσμου, που διαθέτουν ψηφιακές περιηγήσεις, καθώς ο κορονοϊός επέβαλε τη διακοπή της λειτουργίας τους και τον περιορισμό όλων μας στο σπίτι. Θα σας παρουσιάζουμε  ένα μουσείο κάθε  φορά, επισημαίνοντας  τα γνωστότερα και κυριότερα εκθέματά, που θα πρέπει να θυμάται ο επισκέπτης του μουσείου και μετά την αποχώρηση του.

Θα σας προτείνουμε  επίσης να γνωρίσετε και άγνωστα στους πολλούς, μικρότερα μουσεία της πόλης ή της χώρας, στην οποία  βρίσκεται το μεγάλο μουσείο που παρουσιάζουμε κάθε φορά.

Η Πρόεδρος και
η Ομάδα Επικοινωνίας της
Culture4All – Πολιτισμός για Όλους

17/4/2020

Βρετανικό Μουσείο – britishmuseum.org

Ιστορικό και εκθέματα 

Το Βρετανικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1753 με πράξη του Κοινοβουλίου. Βασικό πυρήνα αποτέλεσε η Συλλογή ποικίλων έργων (περισσότερα από 70.000 αντικείμενα) του ιατρού, φυσιοδίφη και συλλέκτη Hans Sloane (1660-1753), ο οποίος μετά θάνατον άφηνε ως κληροδότημα ολόκληρη τη συλλογή του στον βασιλιά της Αγγλίας Γεώργιο Β΄. Στον αρχικό πυρήνα προστέθηκε το 1757 και η Παλαιά Βασιλική Βιβλιοθήκη των ηγεμόνων της Αγγλίας. Το Μουσείο άνοιξε τις πύλες του στις 15 Ιανουαρίου 1759 και μάλιστα με ελεύθερη είσοδο στο ευρύ κοινό, χαρακτηριστική καινοτομία για την εποχή εκείνη. 

Οι πρώτες συλλογές στεγάσθηκαν τότε στο μεγαλοπρεπές Montagu House, ένα ιδιωτικό επιβλητικό μέγαρο του 17ου αιώνα στην οδό Great Russell, το οποίο όμως σύντομα αποδείχτηκε ακατάλληλο, λόγω της σταδιακής αύξησης των εκθεμάτων με νέες δωρεές και αγορές. Ήδη, από τις αρχές του 19ου αιώνα το Μουσείο απέκτησε σημαντικά αρχαία γλυπτά και το 1807 ιδρύθηκε το πρώτο οργανωμένο Τμήμα Αρχαιοτήτων, στο οποίο περιήλθαν το 1816 και τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Ακολούθησε το Τμήμα Σχεδίων και Χαρακτικών το 1808, ενώ η δωρεά της Βασιλικής Βιβλιοθήκης από τον Γεώργιο Δ΄ το 1823 έδωσε την αφορμή για την κατεδάφιση του παλαιού μεγάρου Montagu και την ανέγερση στη θέση του ενός τετράπλευρου κτηρίου, του σημερινού, με εσωτερική στρογγυλή Αίθουσα Αναγνωστηρίου (Reading Room), σε σχέδια του Robert Smirke. 

Το νέο Μουσείο είχε ολοκληρωθεί το 1857 και λίγα χρόνια αργότερα, το αρχικό Τμήμα Αρχαιοτήτων διαιρέθηκε σε τρία ξεχωριστά τμήματα: Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων, Μεταλλίων και Νομισμάτων, Ανατολικών Αρχαιοτήτων. Νέοι εκθεσιακοί χώροι δημιουργήθηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα με τη μεταφορά ορισμένων συλλογών σε άλλα κτήρια, όπως π.χ. των προσωπογραφιών, που μεταφέρθηκαν στη National Portrait Gallery, και των έργων των φυσικών επιστημών που απομακρύνθηκαν το 1880 και αποτέλεσαν τον πυρήνα του νέου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας (Natural History Museum), σε κτήριο στο South Kensington. Παράλληλα, το Μουσείο συνέχισε να εμπλουτίζεται με αρχαιολογικά ευρήματα από νέες ανασκαφές σε περιοχές της Μεσοποταμίας και της εγγύς Ανατολής, αυξάνοντας θεαματικά την προσέλευση των επισκεπτών κάθε ηλικίας στη διάρκεια του 19ου αιώνα. 

Ο πρώτος οδηγός του Βρετανικού Μουσείου εκδόθηκε το 1903, ενώ το 1911 διορίστηκε ο πρώτος εξειδικευμένος ξεναγός! Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε ως συνέπεια αρκετές φθορές, στο κτήριο μόνο και όχι στα εκθέματα που είχαν μεταφερθεί ή καλυφθεί με στρώσεις σάκων άμμου, έγιναν σημαντικές ανακαινίσεις και δημιουργήθηκαν νέες πτέρυγες, όπως η Duveen Gallery, στην οποία παρουσιάσθηκαν τα πολυσυζητημένα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Η πιο πρόσφατη προσθήκη, στα τέλη του περασμένου αιώνα, αφορά στη δημιουργία της Μεγάλης Αυλής. Είναι ο μεγαλύτερος σε έκταση σκεπαστός δημόσιος χώρος στην Ευρώπη, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το ανακαινισμένο Αναγνωστήριο. Το 2003, το Βρετανικό Μουσείο γιόρτασε τα 250 χρόνια λειτουργίας με τα εγκαίνια μιας νέας έκθεσης με τίτλο: «Διαφωτισμός, ανακαλύπτοντας τον κόσμο του 18ου αιώνα». 

Το Τμήμα Ελληνικών Αρχαιοτήτων του Β.Μ. περιλαμβάνει ανεκτίμητης αξίας έργα της μεγάλης γλυπτικής (ανάγλυφα και περίοπτα γλυπτά), ενώ διαθέτει και μια εξαιρετικά πλούσια ποικιλία ευρημάτων λατρευτικής-τελετουργικής και καθημερινής χρήσης – σε σχέση με άλλα μουσεία του κόσμου – τα οποία προέρχονται από διάφορες θέσεις του αρχαίου κόσμου, διάσπαρτα σε όλο το εύρος της λεκάνης της Μεσογείου και χρονολογούνται από τα προϊστορικά χρόνια έως τους μεταχριστιανικούς αιώνες. Αναπτύσσονται σε 19 αίθουσες, ακολουθώντας είτε χρονολογική σειρά, αρχίζοντας π.χ. από την Εποχή του Χαλκού και την Κυκλαδική τέχνη, ή εστιάζοντας σε θεματικές ενότητες. 

Ασφαλώς, ιδιαίτερο σημείο αναφοράς αποτελούν οι αίθουσες 18a και 18b, στις οποίες εκτίθενται τα περίφημα «Μάρμαρα του Παρθενώνα» (447-432 π.Χ.), τα οποία αφαιρέθηκαν από τον ναό το 1801, μετά την αγγλική νίκη στο Αμπουκίρ, από την ομάδα του Λόρδου Έλγιν, πρέσβη από το 1799 της Μεγάλης Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για 56 πλάκες από την ζωφόρο του ναού με θέμα την Πομπή των Παναθηναίων που περιέτρεχε τον εξωτερικό τοίχο του σηκού, 15 μετόπες από τις 92 συνολικά της εξωτερικής περίστασης πάνω από το επιστύλιο, που απεικόνιζαν σκηνές από τον Τρωικό Πόλεμο, μάχες Αμαζόνων και Ελλήνων, Λαπιθών εναντίον Κενταύρων, θεών εναντίον Γιγάντων, καθώς και αγάλματα από τα αετώματα του ναού με τη Γέννηση της Αθηνάς (ανατολικό) και τη φιλονικία του Ποσειδώνα και της Αθηνάς (δυτικό). Τα έργα αυτά, όπως και άλλα γλυπτά, αρχιτεκτονικά μέλη και μικροτεχνήματα (συνολικά 253), που αποσπάστηκαν με βίαιες τεχνικές από τον Παρθενώνα, το Ερεχθείο, τον ναό της Απτέρου Νίκης, από το θέατρο του Διονύσου, επρόκειτο να διακοσμήσουν το νεόδμητο εξοχικό Μέγαρο του Έλγιν στη Σκωτία. ΄Ομως, μετά την οικονομική του καταστροφή τα μάρμαρα περιήλθαν το 1816 έναντι 35.000 στερλινών στο Βρετανικό Μουσείο. 

Η διαρπαγή του 1801 επικρίθηκε από πολλές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Chateaubriand, o Byron, o Smith, οι περιηγητές Clark, Dodwell και Douglas, ενώ το ζήτημα της επιστροφής των Μαρμάρων τέθηκε για πρώτη φορά ήδη από το 1890… 

Εκτός από την αίθουσα των Μαρμάρων του Παρθενώνα, ο επισκέπτης, όσο βιαστικός κι αν είναι, δεν θα μπορούσε να παραλείψει: 

-Την Καρυάτιδα (περ. 415 π.Χ.), μία από τις έξι μαρμάρινες κόρες, όπως ονομάζονταν στην αρχαιότητα, που στήριζαν τον θριγκό της πρόστασης, στη νότια πλευρά του Ερεχθείου, έργο του Αλκαμένη, μαθητή και συνεργάτη του Φειδία.

-Τη Ζωφόρο με τις μαρμάρινες, ανάγλυφες πλάκες από τον ναό του Επικουρείου Απόλλωνα στις Βάσσες (420-400 π.Χ.), που αποδίδουν σκηνές Αμαζονομαχίας και Κενταυρομαχίας.

-Τα κολοσσιαία αγάλματα από το Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού (περ. 350 π.Χ.), ένα από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου. Παριστάνουν τον Μαύσωλο και την Αρτεμισία ή μέλη της Δυναστείας των Εκατομνιδών. Αανακαλύφθηκαν το 1856 από τον αρχαιολόγο Charles Thomas Newton, μαζί με άλλα γλυπτά από τον τάφο, που κατέρρευσε τον 13ο αιώνα, ίσως από σεισμό.

-Το Μνημείο των Νηρηίδων (390-380 π.Χ.) από την Ξάνθο της Λυκίας, πιθανώς είναι ο τάφος κάποιου ηγεμόνα της περιοχής, που έχει τη μορφή μικρού ιωνικού περίπτερου ναού. Εντοπίστηκε στις ανασκαφές του 1841-44 και τμήματά του μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου εκτίθεται η η ανατολική πρόσοψη αναστηλωμένη. Το όνομα του μνημείου οφείλεται στα αγάλματα των Νηρηίδων, που κοσμούσαν τα ανοίγματα ανάμεσα στους κίονες και θυμίζουν, με τις αέρινες χορευτικές κινήσεις, τον τύπο της Νίκης.

-Το περίφημο μαρμάρινο άγαλμα της Δήμητρας (350-340 π.Χ.) από το τέμενος της θεάς στην Κνίδο, που έστειλε στο Β.Μ. το 1857 ο επιμελητής του, αρχαιολόγος Charles Thomas Newton, μαζί με τις μοναδικές στην περιοχή της Μικράς Ασίας πλάκες με τις επικλήσεις για δικαιοσύνη που απηύθυναν οι λατρευτές στη θεά. Το άγαλμα αποδίδεται στον Σκόπα, τον Λεωχάρη ή τον Βρύαξη.

-Την ορειχάλκινη κεφαλή του Απόλλωνα Chatsworth (περ. 460 π.Χ.), που βρέθηκε στην Ταμασσό της Κύπρου το 1836. Θεωρείται έργο του περιβάλλοντος του Φειδία, σε μια εποχή που η Κύπρος βρισκόταν στην επιρροή της Αθήνας, κατά την αναμέτρησή της με τους Πέρσες.

-Τον Δισκοβόλο, μαρμάρινο ρωμαϊκό αντίγραφο του χάλκινου αγάλματος του Μύρωνα (450 π.Χ.). Προέρχεται από την έπαυλη του αυτοκράτορα Αδριανού στο Τίβολι, στην οποία ο φιλέλλην ηγεμών είχε δημιουργήσει αναπαραστάσεις από γνωστά μνημεία και φυσικές τοποθεσίες της αρχαίας Ελλάδας. 

-Την αποθέωση του Ομήρου (2ος αι. π.Χ.), μια μαρμάρινη στήλη από την κεντρική Ιταλία με ανάγλυφες μορφές θεών, μουσών και του ίδιου του Ομήρου σε βάθρο ή καθισμένου σε θρόνο. Οι μορφές παρατάσσονται σε 4 οριζόντιες ζώνες και απηχούν τον θαυμασμό των μεταγενέστερων γενεών για τον μεγάλο επικό ποιητή. Να θυμίσουμε ότι τον ίδιο ακριβώς τίτλο φέρει και ο αριστουργηματικός πίνακας (1827) του Γάλλου ζωγράφου Jean Auguste Dominique Ingres στο Λούβρο, όπου εκτός από τον Όμηρο διακρίνονται ποιητές και καλλιτέχνες των νεότερων χρόνων, όπως Βιργίλιος και Δάντης, Σαίξπηρ, Μολιέρος, Ρακίνας, Ραφαήλ και Πουσέν.

Το Αγγείο Portland (τέλη 1ου αι. π.Χ.), στη Αίθουσα Wolfson με τις ρωμαϊκές αρχαιότητες, που προσελκύει καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες. Πρόκειται για μοναδικό έργο εξαιρετικής αισθητικής, κατασκευασμένο με την τεχνική του αναγλύφου σε γυαλί -μπλε του κοβαλτίου- (cameo glass technique), τεχνική που είναι γνωστή και ως casing. Κοσμείται με ανάγλυφες παραστάσεις των Γάμων του Πηλέα και της Θέτιδας ή επεισόδιο από τη Κρίση του Πάρι μεταξύ πολλών άλλων ερμηνειών. Το αγγείο βρέθηκε το 1582 και πέρασε στην κατοχή της οικογένειας Barberini στη Ρώμη. Το 1782 αγοράστηκε από τον Sir William Hamilton ο οποίος το έφερε στο Λονδίνο και λίγο αργότερα το πούλησε στη Δούκισσα του Portland. Αγοράστηκε τελικά από το Βρετανικό Μουσείο το 1945, ύστερα από μακροχρόνιο δανεισμό του από την οικογένεια Portland, αρχικά το 1810 και αργότερα το 1932.Το αγγείο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον J. Wedgwood, τον διασημότερο κεραμίστα και κατασκευαστή αντιγράφων (replica) στη Βρετανία του 18ου αιώνα. Ο Wedgwood μελέτησε και αξιοποίησε δεόντως τις τεχνικές κατασκευής αρχαίων κεραμικών προτύπων, στο πλαίσιο της ‘πειραματικής αρχαιολογίας’ που εφάρμοσε στο φημισμένο εργοστάσιο εξειδικευμένης παραγωγής που ονόμασε ‘Ετρουρία’. 

Περνάμε τώρα στις αίθουσες με τα αιγυπτιακά εκθέματα. Ξεχωρίζει

Στήλη της Ροζέτας (196 π.Χ.), από τα διασημότερα εκθέματα του Β.Μ. Η ακανόνιστη, πλάκα από γρανίτη, που βρέθηκε το 1799 κατά τη Ναπολεόντεια Αποστολή στην Αίγυπτο, φέρει χαραγμένο στην επιφάνειά της ένα κείμενο/διάταγμα σε τρία γλωσσικά συστήματα: στα αρχαία ιερογλυφικά, τη δημώδη αιγυπτιακή και την επίσημη ελληνική της Αλεξάνδρειας του Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς, στοιχείο καταλυτικό στη σκυτάλη για την αποκρυπτογράφηση της ιερογλυφικής γραφής από τον Γάλλο λόγιο, Jean-Francois Champollion (1790-1832). Το παραπλανητικό όνομα Ροζέτα οφείλεται στην ανεύρεσή της στην παραλιακή πολίχνη Rashid, γνωστή ως Ροζέτα, η οποία δεν είχε ακόμα χτιστεί την εποχή που χαράκτηκε η στήλη…

-Ο επισκέπτης δεν πρέπει να παραλείψει την περιήγηση στη σημαντική συλλογή από μούμιες και σαρκοφάγους ή να περιεργαστεί τα κολοσσιαία αγάλματα των Φαραώ που έφτασαν στο Μουσείο το 1818 (αρκετά σώζονται μόνον σε προτομές, όπως αυτή του Ραμσή ΙΙ), για να περάσει στη συνέχεια στο Τμήμα Αρχαιοτήτων της Εγγύς Ανατολής με τα Ασσυριακά εκθέματα, από τα πλουσιότερα του Μουσείου. 

Το Βρετανικό Μουσείο έχει επίσης ένα εκτεταμένο τμήμα νομισμάτων, ενώ διαθέτει πλούσιες βρετανικές, μεσαιωνικές και εθνογραφικές συλλογές, τις οποίες οργάνωσε σε ξεχωριστά τμήματα ο Α.W. Franks (1826-1897), αρχαιοδίφης και συλλέκτης, όταν ξεκίνησε ως εταίρος στο Τμήμα Αρχαιοτήτων του Μουσείου το 1851. 

Εξ άλλου, η Συλλογή Σχεδίων και Χαρακτικών είναι μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Εδώ, μπορεί κανείς να περιεργαστεί σχέδια και χαρακτικά του Λεονάρντο ντα Βίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου (π.χ. η Σταύρωση του 1541), του Ρέμπραντ, του Πικάσο και πολλών άλλων. 

Το Αναγνωστήριο, στο κέντρο του κτηριακού συγκροτήματος του μουσείου είναι μια ανεξάντλητη πηγή γνώσης και κέντρο πληροφόρησης με χιλιάδες βιβλία, καταλόγους και δοκίμια σχετικά με την τέχνη, τον πολιτισμό και την παγκόσμια ιστορία.

2/4/2020

Η περιήγηση μας ξεκινά από το  Μουσείο του Λούβρου, που βρίσκεται στις  όχθες του Σηκουάνα στο κέντρο του Παρισιού.  Στον εκθεσιακό χώρο των 60.600 τετραγωνικών μέτρων ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τα 35.000 έργα τέχνης που βρίσκονται στην έκθεση, από τα περίπου 445.000 κομμάτια των αποκτημάτων του. Η έκθεση με τις ελληνικές αρχαιότητες καταλαμβάνει 25 αίθουσες. Είναι απαραίτητο να δείτε σε αυτό το τμήμα την Αφροδίτη της Μήλου, την  Αφροδίτη της Κνίδου, τη Νίκη της Σαμοθράκης, τον Ιππέα Ραμπέν, του οποίου το κεφάλι βρίσκεται στο Λόυβρο και το σώμα στο Μουσείο Ακροπόλεως, τις δύο πλάκες από τον ανάγλυφο διάκοσμο του Παρθενώνα, όπως και μια πλάκα από τον γλυπτό διάκοσμο του ναού του Διός της Ολυμπίας, στον σύνδεσμο: https://www.louvre.fr/departments/antiquit%C3%A9s-grecques-%C3%A9trusques-et-romaines/oeuvres-choisies#tabs 

Ανάμεσα στα γλυπτά ξεχωρίζουν  τα πολύ γνωστά και μεγάλα έργα του  Μιχαήλ Αγγέλου “Σκλάβοι” και το γλυπτό του  Α. Canova, «Έρως και Ψυχή», στον σύνδεσμο: https://www.louvre.fr/departments/sculptures/oeuvres-choisies#tabs

Το κτήριο του Μουσείου χτίστηκε σταδιακά. Το 1190 οικοδομήθηκε ένα μεγάλο οχυρό από τον Βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Β Αύγουστο, που το χρησιμοποίησε ως κατοικία. Με το πέρασμα των αιώνων, η μορφή του κτηρίου άλλαξε πολλές φορές, ανάλογα με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της χρήσης του συμπλέγματος, ως ανακτόρου. Στο Παλάτι, οι εκάστοτε Βασιλείς της Γαλλίας συσσωρεύαν κειμήλια και έργα τέχνης, αλλά ο Φραγκίσκος ο Α΄, (1494 – 1547)  ήταν αυτός, που συγκρότησε την πρώτη «Συλλογή».

Ο Φραγκίσκος Α, που θεωρείται ο πρώτος Γάλλος βασιλιάς της Αναγέννησης και  αποκαλείται «Πατέρας και Αναστηλωτής των γραμμάτων»  άρχισε από το 1500 να συλλέγει αριστουργήματα της τέχνης συστηματικά, δημιουργώντας παράλληλα τον πρώτο εκθεσιακό χώρο μέσα στο συγκρότημα των ανακτόρων. Έτσι γεννήθηκε το Μουσείο του Λούβρου. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα πιο γνωστά αριστουργήματα του Μουσείου και της Τέχνης παγκοσμίως, έφθασαν στο Λούβρο την εποχή του Φραγκίσκου του Α, όπως η  Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι το 1519 και τα έργα του Ραφαέλο  “Ωραία Κηπουρός” και η “Αγία Οικογένεια” , επίσης έργα του  Τιτσιάνο και του Φρα Μπαρτολομέο.

Η “βασιλική συλλογή” αυξήθηκε σημαντικά αργότερα κυρίως επί Λουδοβίκου ΙΓ,  χάρη  στον καρδινάλιο Ρισελιέ, ο οποίος  είχε αποκτήσει μια μεγάλη προσωπική συλλογή έργων τέχνης, που πέρασε μετά το θάνατό του στη Βασιλική Συλλογή. Η Συλλογή του Ρισελιέ περιλαμβάνει έργα μεγάλων καλλιτεχνών όπως του Βερονέζε του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς και άλλων.

Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ είναι ο πρώτος που σχεδίασε να μετατρέψει το ανάκτορο σε Μουσείο. Τότε άρχισε ο  συστηματικός  εμπλουτισμός σε έργα τέχνης,  κυρίως με τη διοργάνωση των λεγόμενων «Σαλονιών» (εκθέσεων). Από αυτά το Λούβρο απέκτησε πολλά έργα του σπουδαίου  Ζακ Λουί Νταβίντ, όπως και  Φλαμανδών και Ολλανδών καλλιτεχνών. Αλλά μόνο την εποχή  της Γαλλικής Επανάστασης το κτηριακό συγκρότημα του Λούβρου μετατράπηκε οριστικά σε μουσείο και ονομάστηκε “Κεντρικό Μουσείο των Τεχνών”, “Μουσείο της Δημοκρατίας” και μετά “Γαλλικό Μουσείο”.

Άρχισε να λειτουργεί ως Μουσείο τον Αύγουστο του 1793.

Την εποχή του Ναπολέοντα οι συλλογές εμπλουτίστηκαν με έργα από τις ανασκαφές της περιοχής της Μεσογείου (Ελλάδα, Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Μ. Ασία). Από το 1800 οργανώθηκε το τμήμα των ελληνικών αρχαιοτήτων. Το Μουσείο μετονομάστηκε σε  «Βασιλικό Μουσείο» και τέλος  “Αυτοκρατορική Πόλη» .

Το 1863 το Μουσείο απέκτησε τη Νίκη της Σαμοθράκης, άριστο δείγμα του ελληνιστικού μπαρόκ μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας . Αν και το έργο τέχνης είχε καταστραφεί σημαντικά, θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα αποκτήματα και τέθηκε σε περίοπτη θέση από το 1884.

Το 1870 με την ανακήρυξη της Γ Δημοκρατίας, το Λούβρο έγινε κρατικό  και ονομάστηκε «Εθνικό Μουσείο του Λούβρου».

Η τελευταία ανασυγκρότηση έγινε  το 1981 με εντολή του Προέδρου Φρανσουά Μιτεράν. Η επιμέλεια ανανέωσής του ανατίθεται στον σινοαμερικανό αρχιτέκτονα Ιεό Μινγ Πέι, δημιουργό της  γυάλινης πυραμίδας, που κοσμεί σήμερα την είσοδο του Μουσείου.

Πριν να φύγετε μην ξεχάσετε να δείτε τη Μόνα Λίζα (Τζοκόντα) του L. Da Vinci, τον πίνακα του E. Delacroix, «Η Ελευθερία οδηγεί το λαό», τον πίνακα του Εl Greco «Ο Χριστός στο σταυρό» και του J.L.T. Gericault «H σχεδία της Μέδουσας» στην ιστοσελίδα: https://www.louvre.fr/en/departments/paintings

Στον παρακάτω σύνδεσμο θα βρείτε αναλυτικές οδηγίες για τις αίθουσες και τα εκθέματα που διαθέτουν ψηφιακή περιήγηση.

https://www.louvre.fr/en/visites-en-ligne/

2/4/2020

Ένα μικρότερο μουσείο του Παρισιού, αρκετά ενδιαφέρον είναι το Vintage Phono Museum, το οποίο περιέχει συσκευές ήχου, φωνητικής εγγραφής και γραμμόφωνα από το 1880!  Μπορείτε να περιηγηθείτε στην ιστοσελίδα  του Μουσείου: http://phonomuseum.fr/